Διαβάστε 5 ποιήματα του Πάμπλο Νερούδα

Mentality 10 Team

Γράφει:
Mentality 10 Team

Ο Πάμπλο Νερούδα ήταν Χιλιανός συγγραφέας και ποιητής. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ού αιώνα. Διαβάστε 5 ερωτικά ποιήματά του.


Ο Πάμπλο Νερούδα (διαβάστε για τη ζωή του - 12 Ιουλίου 1904-23 Σεπτεμβρίου 1973) ήταν Χιλιανός συγγραφέας και ποιητής. Σύμφωνα με τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, θεωρείται ο σημαντικότερος ποιητής του 20ού αιώνα. Το 1971 του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Εξέδωσε πληθώρα ποιητικών συλλογών ποικίλου ύφους, όπως ερωτικά ποιήματα, έργα που διέπονται από τις αρχές του σουρεαλισμού, ακόμα και κάποια που θα μπορούσαν να θεωρηθούν πολιτικά μανιφέστα.


Γυναικείο σώμα, λόφοι λευκοί, πόδια κατάλευκα,
μοιάζεις του κόσμου όπως μου δίνεσαι έτσι.
Το αργασμένο κορμί μου άγρια σε σκάβει
και σου αναδύει τον υιό και λόγο από της γαίας τα έγκατα.

Ήμουνα μόνος κι έρημος, σαν το τούνελ καληώρα.
Με βλέπαν τα πουλιά και φεύγανε,
και μέσα μου όρμαγε η νύχτα πανίσχυρη και καταλυτική.
Για να μείνω εγώ ζωντανός, έφτιαξα εσένανε όπλο,
σ' έβαλα βέλος στο τόξο μου, στη σφεντόνα μου πέτρα.

Επέστη όμως της πληρωμής ο καιρός, κι εγώ σ' αγαπάω.
Σώμα από χνούδι κι από μούσκλια
κι από άπληστο γάλα και κραταιό.
Ω, τ' αγγεία του στήθους! Ω! τα μάτια της απουσίας!
Ω, του εφηβαίου τα ρόδα! Ω, η συρτή και θλιμμένη φωνή σου!

Σώμα της δικιά μου γυναίκας,
υπήκοος θα 'μαι πιστός των θέλγητρών σου.
Δίψα μου, πόθε μου ατελεύτητε, αβέβαιε δρόμε μου!
Σκούρες νεροσυρμές, όπου η δίψα αιώνια ακολουθεί,
και ο κάματος ακολουθεί, και ο καημός ο απέραντος.


Στη στερνή αναλαμπή του το φως σε τυλίγει.
Χωνεμένη σε άλγη πελιδνά στέκεσαι αντίκρυ εδώ
στους γέρικους έλικες της αμφιλύκης
που σ' εξωθούν με βία σ' ατέρμονες στροβιλισμούς.

Άλαλη, αμίλητη, εσύ φίλη καλή μου,
μονάχη στη μοναξιά αυτής της ώρας των θανάτων
και κατάμεστη από τις ζωές του πυρός,
απ' ευθείας κληρονόμε άπεφθη της αφανιζόμενης μέρας.

Από τ' αμπέλια του ήλιου
πέφτει μια ρώγα στο σκούρο φουστάνι σου.
Της νύχτας οι πελώριες ρίζες
θρασεύουν απότομα και βγαίνουν από την ψυχή σου,
κι έτσι επιστρέφεις στον έξω κόσμο
ότι είχες μέσα σου κρυμμένο,
κι έρχονται σμάρια εκεί, σμάρια γαλαζωπά,
που εσύ εγέννησες κι εσύ τα τρέφεις.

Παμμέγιστη, ω, εριγόνιμη εσύ σκλάβα σαγηνευτική
των ηλιοδρόμων με τις μελανωσιές και τα χρυσάφια τους:
στητή εκεί, ολόρθη, πολεμάς
και φκιάνεις ένα πλάσμα ολοζώντανο
όπου θα μαραθούνε τ' άνθη του,
κι εσύ θα μείνεις εκεί βουτηγμένη μετά μέσα στο πένθος.


Θυμάμαι τώρα εδώ πως ήσουν το φθινόπωρο που μας πέρασε.
Ήσουν το γκρίζο μπερεδάκι και η καρδιά η δίχως έννοια.
Ξιφομαχούσανε στα μάτια σου οι φλόγες του δειλινού
και πέφτανε τα φύλλα στα νερά της ψυχής σου.

Τυλιγμένη εσύ σαν αναρριχητικό γύρω απ' τα μπράτσα μου,
και τα φυλλώματα έτσι βάζανε σουρντίνα στη φωνή σου
την αργή και ανέμελη.
Σαστίσματα σωρό, πλήθος ξαφνιάσματα,
όπου πυρακτωνόταν η δίψα μου.
Γαλάζιε, γλυκιέ μου υάκινθε, γερμένε απάνω απ' την ψυχή μου!

Βλέπω τα μάτια σου που ταξιδεύουνε,
το φθινόπωρο πλέον είναι μακριά:
μπερεδάκι μου γκρίζο, κελάηδημά μου,
καρδιά μου πυροστιά εσύ,
όπου, πετώντας, απαγκιάζανε οι μυστικές μου σκέψεις
και τα πασίχαρα φιλιά μου ορμίζονταν σαν κάρβουνα αναμμένα.

Ουρανέ πάνω απ' τ' άρμενο. Όαση μετά απ' τον ερημότοπο.
Η θύμησή σου είναι από φως
κι από καπνό κι από στάσιμη λιμνούλα στην αλάνα.
Πέρα απ' τα μάτια σου πυρακτώνονταν τα λυκόφωτα.
Φύλλα ξερά του φθινοπώρου στροβιλίζονταν στην ψυχή σου.


Το χάσαμε κι αυτό το ηλιοβασίλεμα.
Κανείς δεν μας είδε εμάς χεράκι, χεράκι το βράδυ εκείνο
όπου έπεφτε η γαλάζια η νύχτα και εσκέπαζε τον κόσμο.

Απ' το παράθυρο μου είδα μόνος εγώ
τη φιέστα του ηλιογέρματος ψηλά στ χάη.

Και πότε, πότε σαν πυρακτωμένο κέρμα
κράταγα ένα κομματάκι ήλιο στην παλάμη μου.

Και σε συλλογιζόμουν με τη καρδιά σφιγμένη
από κείνο εκεί το σφίξιμο που ξέρεις πως με κυβερνάει.

Λέγε μου, που ήσουνα;
Με τι κόσμο;
Και τι τους έλεγες;
Και γιατί ακαριαία με κυριεύει ακέριος ο έρωτας εμένα
μόλις νιώσω μοναχός, με σένανε μακριά μου?

Μου 'φυγε το βιβλίο που πάντα ανοίγω το βραδάκι
και σα λαβωμένο κουτάβι γλίστρησε
κι έπεσε στα πόδια μου το παλτό.
Μα όλο φεύγεις εσύ, φεύγεις τα βράδια
με το δειλινό παρέα που πιλαλάει και αφανίζει τ' αγάλματα.

Για τη καρδιά μου αρκεί το στήθος σου,
για την ελευθερία σου αρκούν τα φτερά μου.
Απ' το δικό σου στόμα φτάνουν ως τον ουρανό
όσα κοιμούνταν στην ψυχή σου μέσα.

Μέσα σου στέκει το ξεγέλασμα της κάθε μέρας
Έρχεσαι σαν τη δροσιά πάνω στα στόματα των λουλουδιών.
Στέλνει στα καταχθόνια τους ορίζοντες η απουσία σου.
Στους αιώνες των αιώνων αλαργεύοντας
σαν της θάλασσας τα κύματα.

Και είπα τότε πως τραγούδαγες στον άνεμο
ωσάν τα πεύκα και ωσάν τα κατάρτια των πλοίων.
Σαν πεύκο είσαι εσύ και σαν κατάρτι πανύψηλη και αμίλητη.
Και ξαφνικά μελαγχολείς, σαν επιβάτης σε μπάρκο.

Φιλόξενη, ανοιχτόκαρδη σα δρόμος παλιός.
Σε κατοικούν φωνές και αντίλαλοι της νοσταλγίας.
Ξυπνάω εγώ, και τότε, κάπου, κάπου, αποδημούνε
τα πουλιά που κοιμούνταν στην ψυχή σου μέσα.