Υπόθεση "Λυμπέρη": Η τελευταία εκτέλεση στην Ελλάδα

Θάνος Κοφινάς

Γράφει:
Θάνος Κοφινάς

Η φρικτή ιστορία του "τέρατος"... που έκαψε ζωντανή την οικογενειά του το 1972.


Είναι κάποιες οικογενειακές τραγωδίες, που όσα χρόνια και αν περάσουν, θα συνεχίσουν να απασχολούν τους ερευνητές της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Μια τέτοια περίπτωση είναι και η ''υπόθεση Λυμπέρη''. Του ανθρώπου που έκαψε την οικογένειά του ζωντανή και πέρασε στην ιστορία του εγκλήματος ως ο τελευταίος εγκληματίας που εκτελέστηκε στην Ελλάδα.

Μια συνηθισμένη ιστορία αγάπης ξεκινούσε το Πάσχα του 1967, στο Λαϊκό νοσοκομείο Αθηνών. Εκεί νοσηλευόταν ο πατέρας του 22χρονου Βασίλη Λυμπέρη λόγω εμφράγματος. Στον ίδιο θάλαμο νοσηλευόταν και ο πατέρας της 19χρονης τότε Βασιλικής Μάρκου (και μετέπειτα Λυμπέρη). Ανάμεσα στους δύο νέους αναπτύχθηκε αμέσως μια έλξη η οποία οδήγησε σε κεραυνοβόλο έρωτα. Αν και υπήρχαν αντιρρήσεις από το οικογενειακό περιβάλλον του Λυμπέρη, το Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς οι δύο νέοι παντρεύτηκαν καθώς η Βασιλική είχε μείνει έγκυος στο πρώτο τους παιδί. Όλα κυλούσαν ομαλά στη σχέση τους. Το μόνο πρόβλημα ήταν το οικονομικό, γεγονός που ανάγκασε το ζευγάρι να μείνει μαζί με τους γονείς της Βασιλικής στα Βριλήσια.

 Η Βασιλική Λυμπέρη.

Η αρχή των προβλημάτων

Τα προβλήματα στη σχέση του ζευγαριού άρχισαν μόλις τον τρίτο μήνα του έγγαμου βίου τους. Ο Λυμπέρης έχασε τη δουλειά του (ηλεκτρολόγος) και πίεζε τη σύζυγό του να πουλήσει κάποια από τα οικόπεδα που είχε για να τον βοηθήσει να ανοίξει ένα δικό του εργαστήριο, όπως και έγινε. Τα προβλήματα του ζευγαριού όμως συνέχιζαν να υπάρχουν. Οι δουλειές του Λυμπέρη δεν πήγαιναν καθόλου καλά, ενώ είχε και πρόβλημα με τον τζόγο. Συχνά δεν εμφανιζόταν στο σπίτι του και προτιμούσε να κοιμάται στο πατάρι του εργαστηρίου του. Η μεγάλη ρήξη έγινε μετά το θάνατο του πεθερού του.

Ο Λυμπέρης ζητούσε επίμονα να πουληθούν και άλλα περιουσιακά στοιχεία για να βοηθηθεί οικονομικά. Μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού τους η ρήξη έγινε οριστική. Ο Λυμπέρης έφυγε από το σπίτι και η Βασιλική έπιασε δουλειά ως εργάτρια στην εταιρία Escimo. Την παραμονή Χριστουγένων του 1971 το ''ποτήρι ξεχείλησε'' και έδωσε το έναυσμα για το τι θα επακολουθούσε. Την ημέρα εκείνη ο Λυμπέρης αγόρασε δώρα και πήγε να συναντήσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του στα Βριλήσσια. Με προτροπή της πεθεράς του δεν του επετράπει να μπεί στο σπίτι, παρά μόνο να δεί για λίγο τα παιδιά στο αυτοκίνητο. Αυτό ήταν. Μια ιδέα τριγυρνούσε από τότε στο μυαλό του. Να εκδικηθεί τη γυναίκα του και την πεθερά του Αντιγόνη.

Η μαύρη νύχτα

Το διάστημα που ζούσε μόνος, ο Λυμπέρης είχε ενοικιάσει ένα δωμάτιο σε μια πανσιόν στο κέντρο της Αθήνας. Εκεί γνωρίστηκε με άλλα τρία άτομα. Τους Παύλο Αγγελόπουλο, Θοδωρή Καπρέτσο και Θανάση Σταμάτη. Τους διηγούνταν συχνά την ιστορία του και τους είχε πει για το σχέδιο εκδίκησης που ετοίμαζε. Τους έταζε διάφορα δώρα για να τον βοηθήσουν. Από χρηματικά ποσά μέχρι αυτοκίνητα. Τη νύχτα της 4ης Ιανουαρίου 1972, ο Λυμπέρης τηλεφώνησε στο σπίτι της Βασιλικής. Το σήκωσε η πεθερά του και του είπε πως η κόρη της με τα παιδιά θα έλειπαν για τρείς ημέρες. Βρήκε την ευκαιρία που έψαχνε. Συνάντησε τους φίλους του σε μια ταβέρνα το ίδιο βράδυ. Αφού ήπιαν πάρα πολύ, ξεκίνησαν με το αυτοκίνητο του Λυμπέρη για το σπίτι στα Βριλήσσια.

Πίστευαν πως εκεί βρίσκεται μόνη η Αντιγόνη Μάρκου. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα έφτασαν στην περιοχή που βρισκόταν το σπίτι. Στο πορτ μπαγκάζ υπήρχαν 2 μπιτόνια βενζίνη. Άδειασαν τη βενζίνη σε τρείς κουβάδες και ο Λυμπέρης με τον Αγγελόπουλο πήγαν προσεκτικά στο σπίτι. Ο Λυμπέρης άνοιξε με τα κλειδιά του και αμέσως κινήθηκαν προς το δωμάτιο της Αντιγόνης Μάρκου. Έχυσαν τη βενζίνη κάτω από το κρεβάτι της και άναψαν φωτιά. Ο Λυμπέρης έπειτα κινήθηκε προς το δωμάτιο της συζύγου του.

Όταν είδε πως εκεί βρισκόταν η Βασιλική και τα 2 τους παιδιά τα έχασε προς στιγμήν αλλά το μυαλό του είχε θολώσει. Με μια καρέκλα έσπρωξε τη γυναίκα και τα παιδιά του μέσα στο φλεγόμενο δωμάτιο. Μάταια προσπαθούσαν να σωθούν. Ο Λυμπέρης πατούσε με το πόδι τη γυναίκα του στο πάτωμα για να μη φτάσει το τηλέφωνο. Όταν ο συνεργός του αντιλήφθηκε τι συμβαίνει προσπάθησε να τον απομακρύνει. Ο Λυμπέρης δεν καταλάβαινε τίποτα. Μόλις βεβαιώθηκε πως είναι όλοι αναίσθητοι έφυγε. Κλέιδωσε την πόρτα πίσω του.

Η σύλληψη και η δίκη

Ο Λυμπέρης και οι συνεργοί του επέστρεψαν στην πανσιόν. Συμφώνησαν πως εαν ερωτηθούν θα πούν πως έπαιζαν χαρτιά όλο το βράδυ στο δωμάτιο του Λυμπέρη. Για τα εγκάυματα που είχε ο Λυμπέρης επινόησαν τη δικαιολογία πως είχε καεί από το καμινέτο ενώ έβραζε καφέ. Εν τω μεταξύ τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 5ης Ιανουαρίου ο 30χρονος Αντώνης Στρογγυλούδης πήγαινε στη δουλειά του όταν αντιλήφθηκε καπνούς να βγαίνουν από το σπίτι της Βασιλικής. Μαζί με ένα ξάδελφό του και ένα γείτονα έσπρωξαν την πόρτα και αντίκρυσαν ένα αποτρόπαιο θέαμα. Βρήκαν απανθρακωμένα τα άψυχα σώματα της 3χρονης Παναγιώτας Λυμπέρη, του ενός έτους αδελφού της Γιώργου και της 55χρονης Αντιγόνης Μάρκου. Η Βασιλική Λυμπέρη αν και είχε υποστεί ολικά εγκαύματα ανέπνεε ακόμη.

Μεταφέρθηκε αμέσως στο νοσοκομείο, όπου 20 ώρες αργότερα άφησε την τελευταία της πνοή. Στο διάστημα αυτό κατάφερε να ψελλίσει σε μια θεία της πως ο άνδρας της ήταν αυτός που είχε βάλει τη φωτιά. Ο Λυμπέρης το πρωΐ της ημέρας εκείνης πήγε στο εργοστάσιο μπαταριών που εργαζόταν σα να μη συμβαίνει τίποτα. Τον ειδοποίησαν πως κάτι άσχημο είχε συμβεί στην οικογένεια του και πως έπρεπε να πάει στα Βριλήσσια. Έξω από το σπίτι, συγγενείς των θυμάτων προσπάθησαν να τον λυντσάρουν. Συνελήφθη αμέσως.

Μετά από τρείς ημέρες ομολόγησε τα πάντα. Η δίκη των τεσσάρων συνεργών ξεκίνησε στις 5 Μαΐου 1972 και κράτησε τρείς ημέρες. Ο Λυμπέρης και ο 18χρονος Αγγελόπουλος καταδικάστηκαν σε ''τετράκις εις θάνατον''. Στο Θοδωρή Καπρέτσο, ο οποίος περίμενε στο αυτοκίνητο τη μοιραία νύχτα, επιβλήθηκε ποινή ''τετράκις ισόβια'' για συνέργια. Στο Θανάση Σταμάτη, ο οποίος είχε μείνει στην πανσιόν, αλλά ανέλαβε να εξαφανίσει τα ρούχα του Λυμπέρη και να του δώσει άλλοθι, επιβλήθηκε ποινή 3ετούς κάθειρξης για υπόθαλψη εγκληματία.

Η τελευταία εκτέλεση

Τα ξημερώματα της 25ης Αυγούστου 1972, ο Λυμπέρης οδηγήθηκε από άνδρες της χωροφυλακής στο πεδίο βολής της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού (Σ.Ε.Α.Π.), στη περιοχή ''Δύο Αοράκια'' στο Ηράκλειο της Κρήτης. Εκεί τον περίμενε ένα 13μελες απόσπασμα του στρατού, που αποτελούνταν από ένα αξιωματικό (υπολοχαγό) ένα υπαξιωματικό (επιλοχίας) και έντεκα οπλίτες.

Ο Λυμπέρης έμαθε για την εκτέλεση του λίγες μόλις ώρες πριν εκτελεστεί. Δεν είχε καμία τελευταία επιθυμία. Δε δέχτηκε να κάνει ούτε το τελευταίο τσιγάρο που δικαιούταν. Το μόνο που ζήτησε ήταν να του δέσουν τα μάτια. Στις 5.49 το πρωΐ ακούγεται για τελευταία φορά στην Ελλάδα, το παράγγελμα ''Πυρ'', που αφορούσε εκτελεστικό απόσπασμα. Ο Λυμπέρης έπεσε νεκρός παρουσία της μητέρας του και του αδελφού του οι οποίοι παρακολουθούσαν από απόσταση. Η σορός του μεταφέρθηκε για να ταφεί στο νεκροταφείο της Νέας Αλικαρνασού.

Την ίδια ημέρα είχε προγραμματιστεί και η εκτέλεση του Παύλου Αγγελόπουλου. Τελευταία στιγμή όμως ο Αντιβασιλέας της Ελλάδος υπέγραψε χάρη για εκείνον, με το σκεπτικό πως δεν είχε συμπληρώσει τα 18 του χρόνια κατά την τέλεση της πράξεως και το νεαρό της ηλικίας δικαιολογούσε τη μετατροπή της ποινής σε ''τετράκις ισόβια". Ο Αγγελόπουλος αποφυλακίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1990.